Η Επόμενη Μέρα

Άρθρο στο piperata.gr

Δώρα Αυγέρη: Η επόμενη μέρα μετά τον κορωνοϊό  – Ο καθένας μόνος του ή όλοι μαζί;

Μετά από ένα εξαντλητικό πολιτικά 2019, οι Έλληνες ήλπιζαν ότι το 2020 θα κατεβάσει ρυθμούς. Η λεγόμενη περίοδος χάριτος για τη νέα κυβέρνηση, ενισχυμένη από τη θερινή περίοδο, αλλά κυρίως η υπεύθυνη στάση του ΣΥΡΙΖΑ –αυτή τη φορά από τα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης– δημιουργούσε αίσθηση πολιτικής ηρεμίας.

Απ’ την άλλη, τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησης της ΝΔ έδειχναν ότι μάλλον πρόκειται για την ηρεμία πριν την καταιγίδα. Η απορρύθμιση της εργασίας, της παιδείας και της υγείας, η απουσία συνεκτικού αναπτυξιακού σχεδίου, οι θεσμικές παραφωνίες στην προανακριτική για τη Novartis, η μονοφωνία στην ενημέρωση, οι παλινωδίες στο μεταναστευτικό σε συνδυασμό με τη διαχρονική τακτική της Δεξιάς να δικτυώνει στο κράτος τα ιδιωτικά συμφέροντα όσων τη στηρίζουν, έδειχναν ότι η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη ήταν άλλη μια εκδοχή των δεξιών κυβερνήσεων που γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες.

Το 2020 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς. Τόσο στο εξωτερικό με την όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, όσο και στο εσωτερικό με το φρενάρισμα της εμπορικής αγοράς, η κοινωνία άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάθε άλλο παρά έρχονται οι καλύτερες μέρες που είχε υποσχεθεί το σύστημα της ΝΔ. Και λίγο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, μάθαμε και επίσημα αυτό που είχαμε καταλάβει: η οικονομία είχε φρενάρει απότομα στο τελευταίο τρίμηνο του 2019.

Η επερχόμενη πανδημία θα έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Στις αρχές του χρόνου ο κορωνοϊός δεν ήταν μια άγνωστη λέξη στη διεθνή ειδησεογραφία. Όμως, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία. Όταν την έδωσαν, βρέθηκαν εκτεθειμένες στις συνέπειες της υπερδεκαετούς λιτότητας, που είχε αποδυναμώσει τα δημόσια συστήματα υγείας. Ο κορωνοϊός τούς έδωσε το τελικό χτύπημα. Το πέρασμά του εκτός Ασίας, στις μητροπόλεις της ανεπτυγμένης Δύσης, έδειξε ότι ο νεοφιλελεύθερος βασιλιάς –σε κάθε εκδοχή του– ήταν γυμνός. Μετρώντας νεκρούς σε απευθείας σύνδεση, οι κυβερνήσεις μίλησαν για πόλεμο απέναντι σ’ έναν αόρατο εχθρό. Μόνο που είπαν ελάχιστα για τα όπλα αυτού του πολέμου. Και πώς να πουν, όταν ακόμα και λίγους μήνες πριν την πανδημία συνέχιζαν στον ίδιο δρόμο των δημοσιονομικών περιορισμών, της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας και των ιδιωτικοποιήσεων. Έτσι, οι περισσότεροι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων στην Ευρώπη ομολόγησαν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο στόχος αυτού του πολέμου δεν είναι να μην αρρωστήσουμε, αλλά να μην αρρωστήσουμε όλοι μαζί ταυτόχρονα. Γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, τα δημόσια συστήματα υγείας δεν θα αντέξουν.

Υπό το βάρος της έκτακτης συνθήκης, είδαμε σε πολλές χώρες μια δημοσιονομική στροφή υπέρ της ενίσχυσης των δημόσιων συστημάτων υγείας, αλλά και των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Η μία χώρα μετά την άλλη αποδέσμευσε τεράστια για την εποχή (αλλά όχι για τις πραγματικές ανάγκες) κονδύλια. Παρόλα αυτά, σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών, γίναμε για άλλη μια φορά μάρτυρες του ρήγματος ανάμεσα σε Βορρά-Νότο. Η γενναιοδωρία των κυβερνήσεων εξαντλήθηκε εντός συνόρων και η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς τις ιδιαίτερα πληττόμενες Ιταλία και Ισπανία έλαμψε δια της απουσίας της.

Ως προς το δημοσιονομικό σκέλος η Ελλάδα αποτέλεσε παραφωνία παρά τις τυμπανοκρουσίες των διαγγελμάτων-μονολόγων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, η κυβέρνηση ΝΔ-Μητσοτάκη επιχείρησε και επιχειρεί να συγκρίνεται με τις χώρες της δυτικής Ευρώπης όσον αφορά στα αποτελέσματα των περιοριστικών μέτρων. Αντιθέτως, απέφυγε και αποφεύγει κάθε σύγκριση μαζί τους όσον αφορά στα δημοσιονομικά μέτρα. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να ενισχύσει συγκεκριμένες επιχειρηματικές ομάδες, αφήνοντας την πλειονότητα των εργαζομένων με επιδόματα ανεργίας και τα νοσοκομεία με κατώτερες των περιστάσεων ενισχύσεις σε υγειονομικό υλικό και προσωπικό. Βεβαίως, η ελληνική κυβέρνηση είχε να επιδείξει την έγκαιρη λήψη μέτρων περιορισμού της διασποράς του ιού. Όμως, αυτά φαίνεται να πετυχαίνουν όχι γιατί λειτούργησε κάποιο επιτελικό κράτος, όπως θέλει η κυβερνητική προπαγάνδα, αλλά γιατί αφενός έβαλαν πλάτη όλες οι πολιτικές δυνάμεις και αφετέρου οι πολίτες τήρησαν υπεύθυνη στάση.

Για να μπορεί κανείς να μιλήσει για την επόμενη μέρα, θα πρέπει να έχει καταλάβει τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Ο πειρασμός δε να μιλήσει κανείς με τον τρόπο μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας είναι μεγάλος. Στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με σαφήνεια τι μέλλει γενέσθαι. Πόσο μάλλον όταν η ελληνική κυβέρνηση απ’ τη μια λέει ότι δεν υπάρχει «λεφτόδεντρο», όταν καλείται να ενισχύσει το εισόδημα των εργαζομένων που πλήττονται, από την άλλη μοιράζει αφειδώς εκατομμύρια, όταν πρόκειται για κολλητούς και ημετέρους. Γιατί, η κυβέρνηση χάνει πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη ολοένα και περισσότερων συμπολιτών μας. Θα αρκούσαν ως παράδειγμα τα βάουτσερ της  ντροπής!

Αλλά ακόμα και στην περίπτωση της επαναλειτουργίας των Υποθηκοφυλακείων, των Πρωτοδικείων και των Ειρηνοδικείων της χώρας, η καχυποψία παίρνει γρήγορα τη θέση των υψηλών συμβολισμών, με τους οποίους υποτίθεται ότι έτσι τιμάται η Δικαιοσύνη. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα- προκειμένου να αναβληθούν οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας- πολύ δύσκολα οι πολίτες θα πιστέψουν ότι η εσπευσμένη επανεκκίνηση της Δικαιοσύνης δεν γίνεται για να εξυπηρετηθούν τράπεζες και funds και να βγουν σπίτια στο σφυρί.

Το κακό σενάριο για την επόμενη μέρα είναι αυτό που διαγράφεται με τις επιλογές της κυβέρνησης, τις οποίες η ΝΔ κρύβει επιμελώς πίσω από την πάνδημη απάντηση στην πανδημία. Σ’ αυτό το σενάριο η κατάργηση του εργατικού δικαίου, οι δραματικές περικοπές των μισθών, από έκτακτα, μετατρέπονται σε μόνιμα μέτρα. Εξάλλου, έχει ειπωθεί σε ανύποπτο χρόνο από στελέχη της ΝΔ ότι η πανδημία είναι μια ευκαιρία να διορθωθούν «παθογένειες». Κι όλοι ξέρουμε τι εννοούν οι νεοφιλελεύθεροι όταν θέλουν να διορθώσουν «παθογένειες» εν μέσω κρίσης. Άλλα, στελέχη της ΝΔ το πήγαν ένα ακόμη βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι η πανδημία απέδειξε ότι ο ιδιωτικός τομέας τα καταφέρνει καλύτερα στην υγεία απ’ ό,τι ο δημόσιος, κι ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνουν περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις.

Τι μας λένε όλα αυτά; Μας λένε ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως τη φαντάζεται η ΝΔ, δεν θα γίνει με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και τη στήριξη των πιο αδύναμων, αλλά με κριτήρια πελατειακού κράτους και διαπλοκής. Δηλαδή, «τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα»! Σε μια οικονομία που ήδη έχανε στροφές και πριν τον κορωνοϊό, καταλαβαίνει κανείς για τι ανώμαλη προσγείωση μιλάμε, αν η ΝΔ επιμείνει σε μνημόνιο εγχώριας κοπής.

Όμως, το κακό σενάριο δεν περιορίζεται στην οικονομία. Σε μια ευρύτερη θεώρηση των κοινωνικών τετελεσμένων που δημιουργεί η απουσία θεραπείας και εμβολίου, τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο θα συνεχίσουν οι πολίτες να επιδεικνύουν αντοχή και αλληλεγγύη. Όπως αφήνεται να διαφανεί, η άρση των περιορισμών παγκοσμίως θα συνοδεύεται κατά πάσα πιθανότητα από πιστοποιητικά υγειονομικής κατάστασης, υγειονομικά διαβατήρια ή κάποιου άλλου τύπου οδικού χάρτη με αυστηρό έλεγχο των πληθυσμών. Ακόμα και στην περίπτωση που δεν φτάσουμε σε τέτοια επίπεδα βιοπολιτικής, οι περιορισμοί θα επικρέμανται με αυξημένη τιμωρητική λογική στο όνομα ενός καθήκοντος που ολοένα και περισσότερο θα φεύγει από την επικράτεια της ελπίδας και θα εισέρχεται σ’ αυτήν του φόβου. Άραγε, μπορεί κανείς να διασφαλίσει ότι η αναγκαστική συμβίωση με την ανασφάλεια ενός νέου κύματος κορωνοϊού δεν θα οδηγήσει σε υγειονομικό ρατσισμό, περιθωριοποίηση ευπαθών ομάδων και αρρώστων;

Στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουμε ότι το κακό σενάριο μπορεί να μείνει σενάριο, αρκεί να πέσει η χώρα στην παγίδα των γνωστών συνταγών του παρελθόντος. Γνωρίζουμε καλά, ύστερα από δέκα χρόνια μνημονίων, ότι ο κοινωνικός αυτοματισμός και η λιτότητα των πολλών για χάρη των λίγων δεν οδηγούν πουθενά. Η αντοχή και το φρόνημα των πολιτών συναρτώνται άμεσα από το αίσθημα δικαιοσύνης στο μοίρασμα των βαρών και την εγρήγορση του κράτους στην επούλωση των πληγών. Αυτά προϋποθέτουν πράξεις στο πεδίο και όχι λόγια του αέρα. Και επιβάλλουν πραγματική καινοτομία, όχι επικοινωνιακά τρικ. Η προσαρμογή στα νέα δεδομένα μάς καλεί να συζητήσουμε, να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε νέες ριζοσπαστικές πολιτικές για τον δημόσιο χώρο, για τον τρόπο που χτίζουμε τις πόλεις και τα χωριά μας, για τις δυνατότητες εναλλακτικής μετακίνησης, για τους ρυθμούς κατανάλωσης, για την διευκόλυνση της πρόσβασης στις ψηφιακές τεχνολογίες, για την ουσιαστική ενίσχυση των νέων επιστημόνων και, κυρίως, για την στήριξη του κόσμου της εργασίας, χωρίς τις πλάτες του οποίου αποδεικνύεται περίτρανα ότι δεν κινείται καμία οικονομία.

Αλήθεια, αφού η παραγωγή πλούτου είναι κάτι που μόνο το ιδιωτικό κεφάλαιο μπορεί να προσφέρει και όχι οι εργάτες και οι εργαζόμενοι, γιατί δεν το κάνει; Αν μη τι άλλο, η πρωτοφανής αυτή υγειονομική κρίση αποδεικνύει ότι την οικονομία την στηρίζει η εργασία, αυτή η κατασυκοφαντημένη και κακοπληρωμένη εργασία, της οποίας την αξία όλοι σήμερα καταλαβαίνουν. Η επόμενη μέρα θα είναι καλύτερη, αν αποδεσμευτούμε επιτέλους από τις ιδεοληψίες που καθήλωσαν τον κόσμο της εργασίας σε ρόλο επαίτη. Θα είναι καλύτερη αν επαναδιαπραγματευθούμε τη σχέση των παραγωγικών δυνάμεων με το φυσικό περιβάλλον,  αν επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες του αστικού βίου, την σημασία της γης και της αειφορίας, αν δουλέψουμε με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και αν έχουμε το μυαλό μας στις συλλογικές αξίες που συγκροτούν κάθε έννοια κοινότητας. Στο τέλος η ευθύνη είναι του καθενός από εμάς. Τα διαγγέλματα μάς τελείωσαν. Είναι ώρα για νέες ιδέες και ριζοσπαστικές πράξεις.

https://www.piperata.gr/2020/04/24/dora-avgeri-i-epomeni-mera-meta-ton-koronoio-o-kathenas-monos-tou-i-oli-mazi/